Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

To μυστικό της επιτυχίας


Τις προάλλες ήμουν σε μία επίδειξη τάπερ στο σπίτι της Καίτης. Αφού θάψαμε τους πάντες και τα πάντα,  και  καταβροχθίσαμε ότι φαγώσιμο υπήρχε στο σπίτι της,  αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για τα εφηβικά μας χρόνια και το πως ήμασταν στο σχολείο μικρές μαθήτριες. Η  Σωτηρία θυμήθηκε ότι καθόταν μόνη της στο  πρώτο θρανίο καθώς στα τελευταία καθόταν οι πιο δημοφιλείς κοπέλες που θελαν να κάνουν φασαρία και να ναι μακριά από την έδρα του καθηγητή. Στα διαλείμματα συνήθως ήταν μόνη της καθώς τα υπόλοιπα κορίτσια την απέφευγαν , ενώ τα αγόρια την πειράζανε για τα λίγα παραπάνω κιλάκια της   και τα πατομπούκαλα που φορούσε.. Στο σχολικό χορό κανένα αγόρι δεν χόρεψε μαζί της παρά μονάχα ο Παναγιωτάκης ο ξάδερφος της που πηγαίνανε στην ίδια τάξη και τον περνούσε μισό κεφάλι. Στην πενταήμερη πέρασε χάλια θυμάται και κλαίει με λυγμούς , καμιά δεν ήθελε να μείνει στο δωμάτιο μαζί της και αναγκάστηκε να μείνει  με τη κα Τσομπανάκη  τη «Θρησκευτικούρα» που τους συνόδευε και της διάβαζε κάθε βράδυ παραγράφους από το απολυτίκιο της Κασσιανής.

Η Καίτη  βουρκώνει και  θυμάται πως και εκείνη δεν την καλούσαν στα φοιτητικά πάρτυ και ποτέ δεν την φλέρταραν τα αγόρια ενώ πάντα τα καλοκαίρια ζήλευε τα ζευγαράκια στην παραλία που φιλιόταν ενώ εκείνη έβαζε αντηλιακό  στη κοκκινισμένη από τον ήλιο πλάτη της  μητέρα της . Όταν βγαίνει νιώθει να την κοιτάνε όλοι επειδή είναι και πάλι μόνη της , ενώ στο ΙΚΕΑ στο διάδρομο με τα κρεβάτια έβαλε τα κλάματα  όταν ένα  ερωτευμένο ζευγαράκι διάλεγε το νυφικό του κρεβάτι.
Η Μαρίνα εξομολογείται  πως  στη δουλειά   δεν της δίνουν σημασία, δεν την κάλεσαν στο πάρτυ που έκανε ο νέος  manager ενώ για προαγωγή ούτε λόγος φυσικά…
Η κουβέντα βάρυνε και οι τέσσερις φιλενάδες  μείναμε να κοιτάμε το μωσαϊκό πάτωμα  με την κόκκινη  φλοκάτη που χε γεμίσει  ψίχουλα από το κέικ πορτοκάλι που είχαμε τσακίσει νωρίτερα.

Κρατώντας τα νέα μου τάπερ σε μία πλαστική σακούλα  σούπερ μάρκετ περπατούσα και μιλούσα δυνατά στον εαυτό μου.
Μα τι συμβαίνει τελικά?  Όλες μας είμαστε αποτυχημένες? Πως τα καταφέρνουν τελικά κάποια άτομα και είναι όμορφα, δημοφιλή, πλούσια, πετυχημένα,  καταφέρνουν και ξεχωρίζουν από την εφηβεία? Είναι θέμα τύχης, δώρο Θεού?  Τι λάθος κάναμε εμείς και δεν ξεχωρίσαμε? Γιατί είμαστε στο περιθώριο?   Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας και τι είναι  επιτυχία τελικά? Με τις σκέψεις αυτές να με βαραίνουν έκατσα σε ένα παγκάκι μόνη μου.
Η αλήθεια είναι ότι στη ζωή μου δεν κατάφερα και πολλά. Εντάξει ποτέ δεν ήμουν η «βασίλισσα» του παραμυθιού…. Ποτέ δεν είχα τα φλερτ, τις «επιτυχίες» στη δουλεία, δεν ένιωσα τον έρωτα , δεν άκουσα το σ΄ αγαπώ. Και τώρα είμαι εδώ στο παγκάκι, μόνη χωρίς σχέση να πηγαίνω σε επίδειξη τάπερ με τις βουλιμικές μου φίλες που τσακώνονται για το ποια θα πάρει το τελευταίο κομμάτι της πορτοκαλόπιτας .
Και λοιπόν ?? Ναι είμαι μόνη στο ράφι. Όμως είμαι με τις φίλες μου και περνάμε καλά  ακόμη και χωρίς σχέση , ακόμη και σε επιδείξεις τάπερ....Ξέρω πως με νοιάζονται και με αγαπούν για αυτό που είμαι, και αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό , αυτό είναι ΕΠΙΤΥΧΙΑ. Επιτυχία είναι να δίνεις αλλά και να παίρνεις αγάπη. Να νοιάζεσαι ,και να βοηθάς.. έτσι χωρίς λόγο , χωρίς κέρδος …
 Και ναι είμαστε και εμείς  «πετυχημένες » και περνάμε καλά και μόνες μας και δεν ντρεπόμαστε που καθόμαστε μόνες μας στα παγκάκια , γιατί είμαστε ΗΙΤΟRITANA και δεν έχουμε ανάγκη ΚΑΝΕΝΑΝ.



Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Προίκα στα χρόνια του ΔΝΤ

  • Η Καίτη ζεί σε ένα δυάρι στου Ζωγράφου. Είναι συμβασιούχος δημοσίου και ο μισθός της ανέρχεται μετα βίας στα 950 ευρώ το μήνα. Τα μισά λεφτά πάνε στο σπίτι (νοίκι, κοινόχρηστα, λογαριασμοί). Παλεύει για να τα βγάλει πέρα με τον υπόλοιπο μισθό. Κι απ'ό,τι φαίνεται δεν τα καταφέρνει. "Το 2004 όταν κατέβηκα στην Αθήνα υπήρχε μια αισιοδοξία διάχυτη σε όλους. Η Ελλάδα διοργάνωνε τους ολυμπιακούς, εγώ πρωτοβρήκα δουλειά και έμενα επιτέλους μόνη. Το όνειρο ενός γάμου ήταν ακόμα απτό. Τότε πρωτοάνοιξα και τον λογαριασμό με την προίκα μου και κάθε μήνα κουτσά στραβά κατάφερνα να βάζω στην άκρη το κατιτίς μου" Σήμερα? "Το 2010 δεν κατάφερα να βάλω στην άκρη τίποτα. Μάλλον τα χειρότερα όμως έρχονται....Από τις αρχές του '11 έχω ήδη αναγκαστεί να τραβήξω από το λογαριασμό της προίκας μου 2 φορές." Με κοιτάει απελπισμένη. "Δεν ξέρω πού θα πάει αυτή η κατάσταση."
  • Η  Βιβή είναι ήδη 44 χρονών. Διατηρεί μόνη της ψιλικατζίδικο στο Παγκράτι. "Η κρίση μας τσάκισε τους ελεύθερους επαγγελματίες. Ο κόσμος δεν αγοράζει πια τίποτα. Και είμαι μόνη μου, δεν βγαίνω για να πάρω υπάλληλο. Αναγκάζομαι να κλείνω το μαγαζί από τις 8." Η Βιβή δεν είναι όμως νέο θύμα της ελληνικής πραγματικότητας. "Το 2007 έχασα όλη την προίκα μου στο χρηματιστήριο. Κόντεψα να τρελαθώ." Ανάβει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Στα χέρια που τρέμουν αναγνωρίζω τον φόβο της Βιβής που ξέρει πως τα χρόνια περνούν "Άνοιξα αυτό το μαγαζί με μια ψευτο-επιδότηση του ΟΑΕΔ ως νέα επιχειρηματίας. Το κράτος όχι μόνο δεν μας βοηθάει. Το κράτος είναι ο εχθρός πιά!"

  • Η Σωτηρία είναι 29 χρονών. Με μεταπτυχιακό στα οικονομικά και 3 γλώσσες μένει με τους γονείς της στο πατρικό της στην Καλλιθέα. "Δούλεψα σε stage για 5 χρόνια. Ναι, έβαλα μέσο αλλά δεν ντρέπομαι δυστυχώς. Όλοι το κάναν. Κι αν χρειάζεται να βάλεις μέσο για ένα stage των 500 ευρώ το μήνα, τότε αυτός που θα πρεπε να ντρέπεται είναι το κράτος! Τον τελευταίο χρόνο είμαι άνεργη" Για προίκα ούτε λόγος "Πλάκα μου κάνεις; Τί προίκα; Άντε κάνε προίκα με 500 ευρώ το μήνα. Κάτι πανωσέντονα που στραβώθηκε η μάνα μου τόσα χρόνια να πλέκει. Άντε και μερικά φλουριά της γιαγιάς." Δεν ξέρω τι να της πω. Ντρέπομαι που σκέφτομαι πως εγώ κάτι έχω καταφέρει να βάλω στην άκρη. Την καταλαβαίνω όμως. Ξαφνικά το πρόσωπό της φωτίζεται "Ξέρεις, τον τελευταίο καιρό με φλερτάρει ένας κύριος από την πολυκατοικία! -Μπράβο Σωτηρούλα μου...Άντε με το καλό!" Το βλέμμα της όμως αμέσως σκοτεινιάζει και σχεδόν ψυθιριστά, έτοιμη να βουρκώσει συνεχίζει "Φοβάμαι να ενθουσιαστώ, φοβάμαι πως θα αντιδράσει όταν καταλάβει πως η μόνη προίκα μου είναι τα πανωσέντονα..."

Περπατώ με σκυμμένο το κεφάλι στην Πατησίων. Όλα μου φαίνονται τόσο γκρι πια. Μέσα στο μυαλό έχω την απογοήτευση στο πρόσωπο της Καίτης, τα τρεμάμενα χέρια της Βιβής, το πονεμένο βλέμμα της Σωτηρίας, τα πρόσωπα τόσων hitoritana που έχουν πια γονατίσει.

Στο νου μου έρχεται η διαβόητη φράση. Όλοι μαζί τα φάγαμε....

Σταματώ σκασμένη. Θέλω να φωνάξω

"Όχι, οι γεροντοκόρες δεν τα φάγαμε!!!"
(Αφιερωμένο στους ηγέτες της σημερινής Συνόδου Κορυφής)

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Μάμμα εν με παίρνει άνθρωπος! Τζιά τί θες να κάμω;

Από μικρές στην πίεση. Φτάνει πιά!
Με αφορμή τις συμβουλές της φίλης (θεάς) γεροντοκόρης Έλλης στην προηγούμενη ανάρτηση προς την αναγνώστριά μας, αλλά και από μια συζήτηση που είχα πρόσφατα με νεαρά Κυπρία hitoritana σκεφτόμουν σήμερα έντονα την αφόρητη πίεση που δεχόμαστε από την οικογένειά μας εμείς οι γεροντοκόρες.

Η εν λόγω Κυπρία λοιπόν ήταν καλεσμένη με την οικογένειά της σε γάμο και παράλληλη βάφτιση (2 δεινά σε ένα) μιας πρώην κολλητής της. Μου ανέφερε πως από τη μέρα που δέχτηκε το προσκλητήριο το σπίτι τους και ειδικά η μάνα της βυθίστηκαν στο πενθος.

Από τη μία η ίδια ξαναθυμήθηκε το φόβο με τον οποίο είχε παλέψει για να συμφιλιωθεί. Τον τελευταίο μήνα είχε κάπως ηρεμήσει με το θέμα του  γάμου και είχε καταφέρει να ξεχαστεί βγαίνοντας με τους φίλους μπακούρια της, κάνοντας κάποιες περιστασιακές ξεπέτες και δουλεύοντας 10ωρα. Αλλά, από τη στιγμή που άνοιξε το προσκλητήριο της πρώην κολλητής της και συμμαθήτριάς της, όλος ο υπόγειος πανικός ξύπνησε. Άλλη μια κολλητή, έστω και πρώην, παντρεύεται. Τώρα κάθε φορά που θα κοιτάει τη σχολική φωτογραφία θα βλέπει στο πρόσωπο της κολλητής της άλλη μια νυφούλα που θα της χαμογελάει ειρωνικά.

Οι φοβίες όμως αυτές δεν ήταν τίποτα μπροστά στο πραγματικό μοιρολόι που ζούσε σπίτι από την χαροκαμμένη μάνα της. Απ'την ώρα που ανοίχτηκε ο φάκελος το στόμα της μάνας της σαν να στράβωσε, το βλέμμα της σαν να γινε πιο λοξό. Από κείνη τη στιγμή μέχρι τη μέρα του γάμου, η μάνα της ξέσπαγε σε κλάμματα χωρίς λόγο, μουρμούριζε την ώρα που καθάριζε πατάτες, βογκούσε κάθε βράδυ μπροστά στο εικονοστάσι με τις εικόνες, έσερνε τα πόδια της σαν σκιά του εαυτού της.

Παρόλα αυτά η άμεση σύγκρουση δεν έγινε. Το μόνο που ξεστόμισε η μάνα όταν ανοίξαν τον φάκελο ήταν ένα "πάει κι η Λεμονιά, την έκαμε την τύχη της".

Η υπόκωφη ένταση έφτασε σε κλιμάκωση τη μέρα του γάμου και όλα δείχναν πως θα κορυφωνόταν από στιγμή σε στιγμή. Κι ενώ μάνα και hitoritana δεν είχαν ανταλλάξει κουβέντα επί του θέματος, η φίλη μου ένιωθε να σφίγγεται από μια θηλειά συσσωρευμένης πίεσης που λίγο ακόμα να σφιγγόταν θα την έπνιγε.

Κατά την διάρκεια του μυστηρίου, η φίλη μου κοίταζε τη μάνα της. Είχε ένα θλιβερό ύφος, μιας γερόντισσας που κοίταζε ευθεία, και υπομονετικά υφίστατο το μαρτύριο του γάμου άλλης μιας φίλης της γεροντοκόρης κόρης της. Η φίλη μου κόντεψε να βάλει τα κλάμματα εν μέσω του γάμου, ένας κόμπος από στενοχώρια αλλά και θυμό για την μάνα της.

Κάπου έπρεπε να ξεσπάσει, κάπως έπρεπε να καταπιεί τον κόμπο της.

Ξύπνα hitoritana! Πάρε το δικό σου milkshake!
Την ώρα λοιπόν που στοιχηθήκαν για να ευχηθούν στο νεόνυμφο ζεύγος παρατήρησε το χαιρέκακο χαμόγελο στο μακιγιαρισμένο σαν λατέρνα πρόσωπο της πρώην κολλητής της και νυν συζύγου μετά τιμών. Την κοίταζε σαν να της έλεγε πως τώρα πια ήταν μια ανώτερή της. Ανήκε σε άλλη τάξη. Η φίλη μου ηφαίστειο.

Φτάνει η ώρα που χαιρετάει η μάνα της. "Να ζήσετε Λεμονιά μου". Και η νύφη με τον στόμφο εκατό καρδιναλλίων ανταπαντά "Να σαι καλά κυρά Μέλπω μου...και στης κορούλας σου". Η μάνα γύρισε και κοίταξε την κόρη της.

Η φίλη μου αντίκρυσε στο βλέμμα της την απόλυτη απελπισία, έναν συνδυασμό παραίτησης, απελπισίας και απογοήτευσης για μια ολόκληρη ζωή. Και δίπλα το νικητήριο, θριαμβευτικό, πανηγυρτζίδικο, εκδικητικό χαμόγελο της νύφης-πρώην κολλητής. Αυτό ήταν. Με μιας παράτησε τις χαιρετούρες και φώναξε στη μάνα της: "Μάμμα εν με παίρνει άνθρωπος! Τζιά τί θες να κάμω!" και αναλύθηκε σε γοερά κλάμματα τρέχοντας προς την έξοδο.

Μου πε πως δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω, αλλά φαντάζεται πόσο θα είχαν αποσβολωθεί όλοι οι καλεσμένοι που περίμεναν στην ουρά , πόση ντροπή πρέπει να ένιωσαν οι γονείς της. Η μάνα της το βράδυ δεν είπε τίποτα. Το γεγονός δεν ξανασυζητήθηκε ποτέ, σαν να μην είχε συμβεί.

Αλλά η φίλη μου ορκίζεται πως απο κείνη τη μέρα αισθάνεται πιο ελεύθερη. Πιο δυνατή.

Έγω πιστεύω πως η φίλη μου εκείνη τη μέρα μεταμορφώθηκε από μια απλή γεροντοκόρη σε μια περήφανη Hitoritana!

Αντιδράστε φίλες μου! Υπερασπιστείτε την γεροντοκορίασή σας! Φτάνουν πια οι κρίσεις πανικού και τα άγχη. Ξεσπάστε γιατί η ζωή είναι μικρή! Κι αφήστε τις πρώην κολλητές να παντρεύονται! Η μόνη τους χαρά συνήθως εξαντλείται σ'αυτό το δήθεν ευτυχισμένο χαμόγελο την ώρα της χαιρετούρας. Εκεί αρχίζει και τελιώνει η ζωή τους, γι 'αυτό και στήνουν τέτοιο πανηγύρι!

Εμείς όμως έχουμε μια ολόκληρη ζωή μπροστά μας. Είμαστε πιο ευτυχισμένες. Είμαστε Hitoritana!

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

«Η Έλλη σε καταλαβαίνει»

Η ¨Ελλη σε καταλαβαίνει..
Φίλες\οι αν έχετε κάποιο πρόβλημα που σας απασχολεί μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου   στέλνοντας την  επιστολή σας στο  hitoritana@yahoo.gr  . «Η Έλλη σε καταλαβαίνει» και μέσα από την πολύχρονη εμπειρία της στις ανθρώπινες σχέσεις θα σας συμβουλέψει άμεσα και υπεύθυνα.

Η φίλη Ντίνα λοιπόν μου έστειλε την παρακάτω επιστολή την οποία και σας μεταφέρω.

Είμαι   38,5 χρονών  μόνη χωρίς  σχέση. Παρόλο που είμαι πολύ εμφανίσιμη, μορφωμένη   και με μεγάλη προίκα είμαι μόνη σαν την καλαμιά στον κάμπο.  Οι δικοί μου έχουν αρχίσει να αγχώνονται καθώς βλέπουν να μένω σταδιακά στο ράφι.. Έτσι λοιπόν έχουν αποφασίσει να «βοηθήσουν» οι ίδιοι κάνοντας μου προξενιά μέσω γνωστών. Τα άτομα δεν είναι καθόλου του τύπου μου. Ειλικρινά είμαι σε απόγνωση.. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω..

Αγαπητή Ντίνα  ηρέμησε...Θυμάμαι τον εαυτό μου όταν ήμουν πολύ νέα κοπέλα και μου κάναν προξενιό με ένα ψαρά .Στην ιδέα και μόνο ότι θα παντρευόμουν εγώ μία κόρη δικαστικού έναν ψαρά ανατρίχιασα. Ο ψαράς ήταν ένα μελαχρινό παλικάρι, σκέτος κούκλος, με σκοτεινό μελαγχολικό βλέμμα . Όταν τον πρωτοείδα ρίγησα αλλά  η ιδέα και μόνο ότι θα γινόμουν σύζυγος ψαρά με απέτρεψε από το να συνεχίσω την γνωριμία μαζί του. Ο «ψαράς» σήμερα είναι πλέον ιδιοκτήτης σούπερ μάρκετ έχει παντρευτεί και έχει οικογένεια .. ενώ εγώ όχι. Αν είχα δει το προξενιό τότε με θετικό μάτι  θα ήμουν σε άλλη μοίρα..
 Είσαι μια ξεχωριστή κοπέλα, όμορφη , δυναμική, δραστήρια που απλώς ήσουν λίγο άτυχη ως τώρα .
Μην απορρίπτεις κάποιες νέες γνωριμίες που σου κάνουν. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να προκύψει … Δεν σου κρύβω ότι και εγώ έχω μεσολαβήσει σε κάποια προξενιά και είμαι περήφανη που έγινα η αιτία να βρεθούν δύο άνθρωποι και να είναι ακόμη μαζί ευτυχισμένοι και αγαπημένοι.
Κάπου εκεί έξω είναι το έτερον σου ήμισυ που θα σε αγαπάει και θα σε συντροφεύει για όλη σου τη ζωή


Με αγάπη  Έλλη


Δευτέρα 21 Μαρτίου 2011

Της γεροντοκόρης το ανάγνωσμα

Τι διαβάζει μια hitoritana στο ράφι;
Κάθε φορά που φεύγω από το πατρικό μου, μαζί με τις σακούλες παραγεμισμένες τάπερ και ό,τι κακόγουστο έχει αγοράσει η μάνα μου την τελευταία εβδομάδα από τις προσφορές στους πάγκους του σκλαβενίτη, πάντα μα πάντα θα με φορτώσει και με ένα βιβλίο, που όλως τυχαίως της χάρισε μιά φίλη της τις προάλλες και όλως τυχαίως το θέμα του αφορά πάντα στην αποκατάσταση της εναπομείνασας κόρης και στο κυνηγητό και γράπωμα του σωστού αρσενικού.

Τα βιβλία πάντα έχουν την ίδια κατάληξη. Τα ξεφυλλίζω για λίγο στο μετρό, προσέχοντας μην δει κανείς από τους συνεπιβάτες μου τον τίτλο τους και λίγο πριν φτάσω στο σπίτι τα προσγειώνω στον μπλέ κάδο της ανακύκλωσης. Είμαι και οικολόγα η hitoritana.

Την επόμενη φορά που θα μιλήσω με τη μάνα μου, όταν με ρωτάει πως μου φάνηκαν, της λέω πως ήταν μια αποκάλυψη, πως δάκρυσα, πως νομίζω πως βρήκα τι φταίει και ούτω καθεξής. Θα μου πείτε γιατί δεν τα διαβάζω? Μόνο τους τίτλους να βλέπατε, θα καταλαβαίνατε.

Πρόκειται για ανεκδιήγητους τσελεμεντέδες τηλε-ψυχολογίας του επιστημονικού αναστήματος μιας Τένιας Μακρή και του λογοτεχνικού κύρους μιας αθλητικής κωλοφυλλάδας.

Βιβλία με τίτλους όπως:

  • "Πώς γλίτωσα το ράφι" της Καλιρρόης Παπαφλέσσα-Φρύνου
  • "Άλλη μια μέρα χωρίς βέρα" της Ασπασίας-Τασούλας Τζιτζίκη
  • "Πώς έκανα το ράφι ένα ζεστό ντιβανοκάσελο για δύο" της Ζαμπέτας-Αρχοντούλας Μητσοτάκη
  • "Τα μάγια της κουνιάδας, μού αφαίρεσαν το δικαίωμα στο στεφάνι" της Φανερωμένης Σκαραμαγκά. Με πρόλογο κι εξορκιστικές προσευχές του πατρός Καλλινίκου.
  • Πώς έβγαλα τη γειτόνισσα από τον ανταγωνισμό βελτιώνοντας τα γιουβαρλάκια μου!" της Ανδρομάχης Μπουρδόλα-Κάβουρα
Η αλήθεια είναι ότι ως γεροντοκόρη έχεις άπλετο χρόνο δικό σου και ένα καλό μυθιστόρημα μπορεί να σε κάνει να βυθιστείς σε ιπποτικούς κόσμους όπου ο πρίγκηπας πάντα καταφέρνει να ανακαλύψει την φτωχή χωριατοπούλα λίγο πριν αυτή ξεμείνει στο ράφι και να την κάνει ευτυχισμένη. Μεγάλωσα καταβροχθίζοντας τόνους μεσαιωνικών νουβέλων, όπου η πρωταγωνίστρια καταφέρνει παρόλες τις απομονώσεις σε ερμητικούς πύργους, κλειδαμπαρώματα σε σοφίτες και υπόγεια, σαρακήνικα δουλοπάζαρα, μάγεια και δαιμονισμένα κουνάβια, να συναντήσει και να παντρευτεί τον αγαπημένο της που θα την μεταφέρει στα στιβαρά του μπράτσα και θα την αποζημιώσει με ένα του χάδι για όλες τις κακουχίες. Φυσικά έχουν πάντα μεσολαβήσει οκάδες δακρύων, αναστεναγμών, πικραμένων ερωτικών επιστολών και τουλάχιστων 15 λιποθυμιών εκ μέρους της πρωταγωνίστριας.

Μεγαλώνοντας και βλέποντας πως οι ιππότες μάλλον προτιμούν νορμανδικά χωριά και αειπάρθενες χρυσομαλλούσες που ανεβοκατεβαίνουν καθημερινά στον πυργίσκο τους αγναντεύοντας τον ορίζοντα για το άσπρο άτι του μέλλοντα καβαλάρη τους, παρά μια τύπισσα που το μόνο που ανεβοκατεβαίνει καθημερινά είναι η Κηφισίας, τό'ριξα στην ποίηση.


Ποιήματα με το κιλό για το μπλέ του ουρανού, το μάταιο της ζωής, το εφήμερο της ευτυχίας, ποιήματα γεμάτα συμβολισμούς με τον κισσό που αγκάλιασε/στο κάμα του αυγουστιάτικου μεσημεριού/το παραδομένο σώμα μιας δαμασκηνιάς/και έτοιμος είναι να δαγκώσει τους πύρινους καρπούς της (δηλαδή να την απαυτώσει), ποιήματα σουρεαλισμού όπου  η στιλπνη μοναχή ελίσσεται μεταξύ ενός τριχωτού μαυροπίνακα και της αθώας πραότητας που συνάντησε μια μέρα στα μάτια ενός πορτοκαλί κομοδίνου (να του κάτσει δηλαδή του μοναχού ή όχι).

Ξεχάσου hitoritanaki.
Την χόρτασα και την ποίηση. Κι ακόμα στο ράφι. Τώρα τελευταία έχω καταλήξει να διαβάζω αυστηρώς ιστορικά βιβλία. Και δη για το Βυζάντιο. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί αναφέρονται σε αληθινές ιστορίες ανθρώπων δυστυχισμένων και με κάνουν να ξεχνιέμαι. Ίσως γιατι διαπιστώνω πως η ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεμάτη πάθη και αναστεναγμούς, πως πολλές πριν από μένα μείναν μόνες τους σε κάποιο ξεχασμένο ορεινό χωριό του δεσποτάτου της Ηπείρου ή κλειδωμένες σε ένα χωριατόσπιτο του πριγκιπάτου της Αχαϊας, καθισμένες στο πρεβάζι του παραθύρου τους να κεντάνε τα προικιά και να προσμένουν τον χωριάτη που θα διαβεί το κατώφλι τους και θα ζητήσει την βυζαντινή τους χείρα από τον πατέρα και κύρη τους.

Ίσως τελικά, αν και μια σύγχρονη hitoritana, μπορώ να ταυτιστώ πιο εύκολα με το κουρασμένο βλέμμα μιας Βυζαντινής χωριατοπούλας που απόκαμε να περιμένει τον παραγιό που θα την παντρευτεί, που τα χέρια της έχουν αρχίσει και τρέμουν και τα μάτια της δεν χαίρονται πια το φως του ήλιου όπως παλιά, έτσι όπως τα πίκρανε κι αυτά ολημερίς και ολονυχτίς στο κοπανέλι.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Νύχτα τρόμου (επιστολή αναγνώστριας-hitoritana)

Η Έλλη σε καταλαβαίνει!
(Η παρακάτω ανάρτηση είναι αυτούσια μεταφορά της επιστολής που μου έστειλε η αναγνώστρια-hitoritana Τζοάννα. Το blog είναι ανοιχτό σε επιστολές αναγνωστριών/αναγνωστών-hitoritana, που επιθυμούν να δημοσιεύσουν τις εμπειρίες τους ως γεροντοκόρες. Τις επιστολές μπορείτε να τις αποστέλλετε και ανώνυμα σε περίπτωση που είστε κρυφές γεροντοκόρες. Επίσης από την επόμενη επιστολή που θα δεχτώ, κάθε ιστορία θα σχολιάζεται απο την αδελφική μου φίλη-hitoritana γεροντοκόρη Έλλη στη στήλη της "Η Έλλη σε καταλαβαίνει!". Οπότε, νιώστε ελεύθερες/οι να ζητήσετε τη συμβουλή της Έλλης για ό,τι σας απασχολεί hitoritanes μου. Εδώ είναι ο δικός σας χώρος που κανείς δεν θα κρίνει το ράφι σας! )




Η τσιριχτή φωνή  της θείας Τασούλας ηχεί  βασανιστικά στα αυτιά μου. Έχω κλειδωθεί στο δωμάτιο μου και ανατριχιάζω και μόνο στην ιδέα ότι θα αντικρύσω  σύσσωμο όλο το Παπαδοπουλέικο. Θα την σκοτώσω τη μάνα μου .. Έχει καλέσει όλο το σόι για να γιορτάσει  την γιορτή της αδερφής μου.. Σπουδάζει στη Κρήτη  η  μικρή  καλοπερνά…. και εγώ εδώ έντρομη ψάχνω στην ντουλάπα μου βρω κάτι  να με αδυνατίσει . Χμμ το πράσινο μάλλον μπλουζάκι να βάλω αυτό που πήρα σε προσφορά  που με κάνει και sexy... όχι όχι αυτό μου κάνει κοιλιά .. το μαύρο τότε καλύτερα που με κόβει κιόλας. Ήταν θεϊκό το τσουρέκι με επικάλυψη κάστανο  και γέμιση σοκολάτας  και τώρα την πληρώνω για άλλη μια φορά. Μπα  νομίζω φταίνε οι συνδυασμοί που κάνω . Ποτέ ξανά μακαρόνια με κρέας., Συγκεντρώσου μωρή βλαμμένη και βρες κάτι να βάλεις φωνάζω στον εαυτό μου δυνατά,  έξω σε περιμένουν οι ύαινες έτοιμες να κατασπαράξουν το λευκό σου κωλαράκι που έχει  πεταχτεί και δεν χωράει σε κανένα τζινάκι πλέον..
ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΑΑ ΕΛΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥΥΥΥ  κράζει η θεία Φρόσω για να βγω .
Μου ρχετε να βγω να την πνίξω . Τόσες μάχες έχω δώσει για να το κάνω Τζοάννα .
Λοιπόν θα βγω  όπως είμαι  . Γεματούλα, ασχημούλα, μόνη και άνεργη….
Ανοίγω την πόρτα με κατεβασμένο κεφάλι περπατώ σαν μελοθάνατη που πάει να κάτσει στην ηλεκτρική  της καρέκλα . Ψυχραιμία φωνάζω δυνατά τον εαυτό μου θα περάσει……

Δύο χέρια ζεστά, ιδρωμένα   με  βουτάν . Νιώθω τη σκορδίλα να μου ρχεται … Θεε μου τι μπόχα πια αυτή η γυναίκα..
--Βρήκες δουλεία κορίτσι μου?
--Προσπαθώ… ψελίζω
-- Μάλλον δεν προσπαθείς με τον σωστό τρόπο . Εμένα ο Νίκος  μου είναι πλέον executive manager. Πήγα στο γραφείο του και τι να σας λέω , με έκανε να νιώσω  περήφανη. Χαλάλι τα λεφτά που δώσα για να τον σπουδάσω. ( ο Νικολάκης τελείωσε  μια ιδιωτική σχολή και μπήκε με μέσο στο Δήμο  Κορωπίου στο Πρωτόκολλο)
Βαριέμαι να απαντήσω και γυρνάω στο πιάτο μου που έχω παραγεμίσεi με κεφτεδάκια , τυροπιτάκια και εκλεράκια
-- Βρήκαμε το τέλειο νυφικό πετάγεται η Ελένη .. κουραστήκαμε αλλά άξιζε τον κόπο. Με κοιτάει χαμογελώντας μοιάζει να πανηγυρίζει για την γεροντοκορίαση μου. Η θεία Τασούλα απλώνεται , με έχει στριμώξει σε μία γωνιούλα στον καφέ  καναπέ ροκοκό  της γιαγιάς με την πεταγμένη σούστα..
--Γιαννούλα να προσέχεις κορίτσι μου νομίζω πήρες λίγα κιλάκια τώρα τελευταία και γιατί φοράς μαύρα, πενθούμε κανένα..????
ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ
Γυρίζω το κεφάλι μου.. η μάνα μου δαγκώνεται
Πετάγομαι από τον καναπέ, ρίχνω τον καφέ της Φρόσως  με το γόνατο μου που σκοντάφτει στο τραπεζάκι και ορμάω προς την εξώπορτα
Καληνύχτα μουρμουρίζω  με περιμένουν..
Ορμάω στα σκαλιά και κλοτσάω  με όλη  μου τη δύναμη ένα  χαρτόκουτο που φράζει τον δρόμο προς την ελευθερία .
Αναπνέω με όλη μου τη δύναμη . Γεμίζω τα πνευμόνια μου   οξυγόνο
Τα μάτια μου έχουν δακρύσει….

 




(Ευχαιστώ για την επιστολή σου φίλη Τζοάννα. Όποια/όποιος φίλη/φίλος ενδιαφέρεται να στείλει τη δική της/του εμπειρία ή να εκφράσει τους δικούς της/του προβληματισμούς πάνω στη μάστιγα της γεροντοκορίασης ας στείλει ένα mail στο hitoritana@yahoo.gr και θα τα μεταβιβάσω στην Έλλη)

Μάνα - Hitoritana

Κάθεσαι λοιπόν ένα ωραίο σαββατιάτικο απογευματάκι στην αναπαυτική σου πολυθρόνα, δοκιμάζεις το παχύρρευστο κέικ σοκολάτας που έχεις αγοράσει με τα χεράκια σου και που η κάθε χιλιάδα θερμίδων του είναι υποκατάστατο για κάθε σάββατο που δεν πέρασες περπατώντας πιασμένη χέρι-χέρι με τον άντρα σου στην παραλιακή Καλαμακίου, και εκεί που έχεις συμφιλιωθεί με την ιδέα πως όχι Καλαμάκι, ούτε Σκαραμαγκά δεν θα περιπατήσεις απόψε, χτυπάει το τηλέφωνο.

Η μάνα μου στο ψύχραιμό της...
Η μάνα-Hitoritana, αυτό το τυραγνισμένο, χτυπημένο από τη μοίρα πλάσμα, πολυπλόκαμο, μηχανορράφο, που το μόνο σίγουρο είναι πως με έναν καημό θα πάει (τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται).

-Τί κάνεις καρδούλα μου; (Πάλι μέσα είναι σαββατιάτικα, χριστέ μου!)
-Μια χαρά μαμά...(Μια χαρά μέχρι να πάρεις, τώρα ψάχνω πάνω από το ψυγείο για κάτι ξεχασμένα xanax...)
-Πώς και μέσα, ωραία βραδυά; (Γιατί θεέ μου μου το κάνεις αυτό, πως μου ξέμεινε έτσι αυτό το κορίτσι;)
-Ε, δεν έχω όρεξη...κουρασμένη από τη δουλειά (Ποια ωραία βραδυά την παναχαική μου...καρέκλες ρίχνει έξω!)
-Όλο δουλειά δουλειά, άντε κόρη μου βγες και λίγο (Μια φούστα πλισέ δεν έμαθες να σιδερώνεις, η δουλειά σε μάρανε, δεν κοιτάς τα χάλια σου γεροντοκόρη, πάρε μπρος!)
-Και τα κοινόχρηστα ποιος θα τα πληρώσει ρε μαμά...χεχε (Όντως, τα κοινόχρηστα ποιος θα τα πληρώσει μωρή, και δεν γελάω καθόλου!)
-Έφαγες τουλάχιστον; (Καταβρόχθισες πάλι τις οικογενειακές μαργαρίτες σου, άχρηστο πλάσμα που δεν ξέρεις πως να δέσεις μια μπεσαμέλ!)
-Μπα δεν έχω όρεξη, θα φτιάξω καμιά σαλάτα αργότερα (Θα ξεσπάσω στο κέικ μόλις κλείσουμε, άλλωστε το μοναδικό χορταρικό που έχω σπίτι προορίζεται προς κάπνισμα...)
-Τρώγε αγάπη μου, κυκλοφορούν και ιώσεις (Ράφτο το βρωμοστομά σου, να γυρίσει κανείς να σε κοιτάξει!)
-Καλά άστα αυτά...εσείς τί κάνετε, ο μπαμπάς καλά; (Έλα μωρή, στο πιάτο στη δίνω την ικανοποίηση!)
-Τι να κάνουμε κι εμείς...όπως τα ξερες...ο μπαμπάς είχε λίγη πίεση σήμερα το πρωί, αλλά μην ανησυχείς, γέροι άνθρωποι είμαστε (Τον έφαγες τον ανθρωπάκο!)
-Μάλιστα...άλλα νέα; (Κλείστο, σε βαριέμαι απίστευτα, προτιμώ να βγω να πιάσω κουβέντα στα παγκάκια!)
-Αύριο σε περιμένω το μεσημέρι για φαί με τον αδερφό σου, φέρε μου και κανά άπλυτο (Σε ταίζω, σε ξεσκατίζω ολόκληρη γαιδούρα και ποιο το ευχαριστώ;)
-Οκ (Καμμένη κι αυτή η Κυριακή...δεν μου στελνες θεούλη μου έναν θρησκευτικό παροξυσμό να τρέχω τις κυριακές να ανάβω καντηλέρια;)
-Τίποτα άλλο που έχεις να πεις στη μανούλα; (Παντρέψου μωρή, νοικοκυρέψου, τί θα σε κάνουμε!)
-Όχι (Ναι, χτες το βράδυ, ελλείψει αντρικού μορίου, αυνανίστηκα για πρώτη φορά με το roll-on μου και την καταβρήκα. Θα το ξαναδοκιμάσω απόψε, αλλά αυτή τη φορά όρθια!)
Καταλαβαίνω τον πόνο σου μανούλα...κι εγώ σ'αγαπώ
-Όπως θες...τα λέμε αύριο. Α, θα'ναι και οι θειές σου, με ρωτάγαν για σενα (Ρεζίλι στο σόι, πάλι θα χαρούν οι κάργιες.)
-Α, ωραία (Please, please, please καλέ μου θεούλη, μια ελαφρά διασεισούλα, ίσα να στραβώσει το στόμα μου και να ξεραθούν τα κουλά μου για μια μέρα, να μην μπορέσω να σηκωθώ να πάω.)
-Έλα ναι, και η Καίτη μου λεγε και για το γιο της κουνιάδας της, πολύ καλό παιδί, θα στα πει αύριο και η ίδια (Σε έπιασε στο στόμα της και το τσούρδελο η Καίτη! Τί άλλο θα κάνεις για να μας στείλεις στον τάφο μια ώρα αρχύτερα;)
-Α, ναι; Καλά (Οκ, ξέχνα τη διάσειση, ένα εγκεφαλικό με τα όλα του μπορείς;)
.....σιωπή, υπόκωφος αναστεναγμός (-μ'ακούς μωρή που σβήνω από τη λύπη μου -το άκουσα μωρή το βογγητό σου και χέστηκα)
-Άντε, σ'αφήνω καλό μου... (Τι κάναμε θεέ μου και μας τιμωρείς μ'αυτό το πλάσμα;)
-Οκ (Επιτέλους, thank u sweet jesus!)
-Καλό βράδυ μικρή μου (Καταστροφή της ευτυχίας μου!)
-Καλό βράδυ μανούλα (Please die!)

(η συνέχεια της οικογενειακής μου σάγκας soon)

Μάνα hitoritana επιδεικνύει περήφανη το ράφι της κόρης της. Φυσικά, όχι η δική μου.


Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Γεροντοκόρη ή hitoritana;

Θέλω να αρχίσω να γράφω. Πώς και γιατί. Αυτό είναι το ερώτημα που θα προσπαθήσω να απαντήσω σ'αυτή την εισαγωγική, to-know-us-better, ανάρτηση.

Είναι Κυριακή πρωί, κάπου μέσα στο χειμώνα. Έχω κατέβει στην Αθήνα, έχω τελειώσει τις αγγαρείες μου και περπατώ στο κέντρο, δεν θέλω να πάω σπίτι ακόμα. Παίρνω λοιπόν ένα καπουτσινάκι στο χέρι και περπατώ στο κέντρο της Αθήνας, αυτής της πόλης με τις, στατιστικά, τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο γυναίκες.

Κάποια στιγμή βρίσκομαι σε μία από τις κεντρικές πλατείες. Και αισθάνομαι ξαφνικά μόνη. Σαν να έγινε, για κάποιον λόγο, πιο έντονη η παρουσία των άλλων γύρω μου, ή ίσως πιο έντονη η απουσία κάποιου δίπλα μου. Είμαι μόνη και αυτό που θα ήθελα αυτή τη στιγμή είναι να μην είμαι μόνη. Αλλά, η μοναξιά μου αυτή δεν είναι ούτε υπαρξιακή, του στυλ μόνη σε ένα αχανές σύμπαν, ούτε κοινωνική, μόνη χωρίς γνωστούς μέσα σε ένα ζωντανό κοινωνικό σύνολο. Όχι, δεν είναι αυτό. Και φίλους έχω και κάπως έχω συμφιλιωθεί με το  μεταφυσικό παράλογο της παρουσίας μου στη γωνιά του γαλαξία μας.

Αλλού έγκειται η μοναξιά μου. Σε μια συνειδητοποίηση που είναι δυνατή, φρικτή, ισοπεδωτική αλλά και ντρέπομαι να την εκφράσω. Στην έλλειψη του έτερου ήμισυ. Ναί, είμαι μία γεροντοκόρη. Γιατί ντρέπομαι να το πω, γιατί φοβάμαι να εντάξω αυτή τη λέξη ακόμα και στον εσωτερικό μου μονόλογο; Έχω περάσει τα 30, δεν έχω άντρα, θέλω να έχω άντρα, και αυτό σημαίνει πως είμαι γεροντοκόρη. Ναι, γεροντοκόρη!

Αυτή είναι η λέξη που μου έρχεται στο μυαλό. Γιατί την φοβάμαι τόσο; Μα δεν είναι λογικό; Είναι μια λέξη πολύ δυνατή, κουβαλά πάνω της μυριάδες εικόνες και αρνητικούς συνειρμούς, απεικονίσεις γυναικών παραιτημένων από τη ζωή, μοντέρνων ερημίτισσων αποκλεισμένων σε μια ατελείωτη μοναξιά, υπάρξεων που απέτυχαν στο στόχο τους και φοβισμένες πια κυκλοφορούν στο περιθώριο αυτής της πόλης περιφέροντας το φορτίο κατακρεουργημένων ελπίδων, ματαιωμένων ονείρων, χιλιο-αναθεωρημένων στόχων. Γυναίκες απόβλητων που δεν περπατάν ανάμεσα μας, αλλά δίπλα μας. Που τις βλέπουμε, αλλά δεν τις γνωρίζουμε. Φίλες που θα τις δούμε μια φορά το χρόνο για να θυμηθούμε πόσο άσχημη είναι η μοναξιά και να επιβεβαιώσουμε πως όσο σκληρή είναι η σχέση μας με τον άντρα μας τουλάχιστον δεν είμαστε σαν αυτές. Συγγενείς που ξέρουμε πως υπάρχουν ξεχασμένες σε κάποιο παρακλάδι του οικογενειακού μας δέντρου ως απλή υπενθύμιση για ένα τηλεφώνημα την ημέρα της ονομαστικής εορτής τους. Συνάδελφοι που βλέπουμε καθημερινά αλλά δεν θα καλέσουμε ποτέ στο πάρτυ με τις οικογένειες των υπόλοιπων συναδέλφων μας. Γειτόνισσες που ποτέ δεν θα μυρίσουμε από το παράθυρό τους την ευλογημένη μυρωδιά μιας οικογενειακής σπανακόπιτας που μόλις βγήκε από το φούρνο.

Δεν άντεξα. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα. Μα είναι δυνατόν; Είμαι τόσο μόνη; Εκεί στη μέση της πλατείας, άγαλμα με το καπουτσίνο στο χέρι αισθάνθηκα να με κατακλύουν ορδές από ευτυχισμένα ζευγάρια που με προσπερνούσαν χωρίς να με βλέπουν. Είναι όμως έτσι; Είμαι τόσο μόνη μου; Με αγωνία άρχισα να κοιτάζω γύρω μου. Να παρατηρώ τις γυναίκες, να προσπαθώ να δω αν ανάμεσα στα πρόσωπά τους θα μπορούσα να διακρίνω κάποια που θα με καταλάβαινε.

Και τότε έγινε αυτό που στάθηκε το έναυσμα για τη δημιουργία αυτού του ιστολογίου.



Στην γωνία ενός από τα καφέ της πλατείας, σε ένα από τα τραπεζάκια εκτός του καταστήματος, το βλέμμα μου στάθηκε στην εικόνα μιας γιαπωνεζούλας, μάλλον συνομήλικής μου, που απολάμβανε μόνη της το δικό της καπουτσινάκι. Έμοιαζε τόσο ήρεμη, τόσο άθραυστη και αυτάρκης, απορροφώντας μέχρι τελευταίας ρανίδας τις αδύναμες ηλιαχτίδες του χειμωνιάτικου ήλιου. Η εικόνα της με καθήλωσε.

Ήταν μόνη της. Αυτό είναι σίγουρο. Αλλά, η ποιότητα της δικής της μοναξιάς δεν είχε καμία σχέση με τη δική μου. Το βλέμμα της αγέρωχο, διεισδυτικό, περιεργαζόταν τους ανθρώπους που βιαστικά την προσπερνούσαν. Τους εξέταζε. Και έμοιαζε ικανοποιημένη με τη ζωή της, με τη θέση της, με την μοναδική καρέκλα του μικρού τραπεζιού της. Αλλά όχι κλειστή. Όχι. Η γυναίκα αυτή δεν είχε αποτραβηχτεί από τον κόσμο, δεν είχε αναχωρήσει για το περιθώριο που προβλέπεται για τις γεροντοκόρες. Ήταν εκεί, στο κέντρο του κόσμου των επιτυχημένων σχέσεων, των ζευγαριών, των οικογενειών και των ερωτευμένων. Παρούσα. Γεροντοκόρη!

Όταν έφτασα σπίτι άνοιξα τον υπολογιστή. Το μυαλό μου ακόμα κολλημένο στην εικόνα αυτής της τόσο διαφορετικής αλλά και τόσο ίδιας γιαπωνέζας γεροντοκόρης. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσα τί είχα δει. Σαν αυτόματο έψαξα στο λεξικό δύο λέξεις. Πως αποδίδεται στα γιαπωνέζικα το επίθετο μόνος "hitori" και ράφι "tana".

Επαναλάμβανα σαν υπνωτισμένη τις δύο λέξεις hitori tana, hitori tana....hitoritana!

Η αποκάλυψη ήταν συγκλονιστική.

Πόσο φτωχή είναι η ζωή μου αν την περιορίσω σε μια λέξη όπως η γεροντοκόρη! Πόσα περισσότερα πράγματα είμαι. Πόσο απέχω από την κλασική εικόνα της απομονωμένης, παραιτημένης, κρυμμένης  γυναίκας που φέρνει στο νου μας η γεροντοκόρη. Αλλά και πόσο μόνη είμαι πραγματικά. Πόσο όντως θέλω να βρω το ταίρι μου.

Άρα ούτε κλασική γεροντοκόρη, ούτε όμως και συνειδητοποιημένη σύγχρονη μόνη γυναίκα που δεν την ενδιαφέρουν οι σχέσεις.

Και μοντέρνα και απεγνωσμένη, και δυναμική και εύθραυστη.

Ναι, δεν είμαι μια γεροντοκόρη περιορισμένη στο περιθώριο της ζωής, αλλά ναι είμαι γεροντοκόρη γιατί στόχος μου είναι να βρω τον άντρα μου. Δεν είναι αυτο-αναίρεση. Δεν κρίνω ούτε τις γυναίκες που αποτραβήχτηκαν για να παίξουν τον κλασικό ρόλο της γεροντοκόρης, ούτε αυτές που είναι μόνες αλλά δεν τους νοιάζει γιατί δεν θέλουν να κάνουν μια σχέση.

Είμαι μια γυναίκα που περνάει καλά, αλλά θέλει άντρα!
Είμαι μια γυναίκα που αισθάνεται πως έχει μείνει στο ράφι, αλλά αυτό το ράφι το έχει κάνει μια ζεστή γωνιά και έχει αποφασίσει να το διασκεδάσει μέχρι να βρεί τον πρίγκηπα που θα την κατεβάσει από εκεί.
Μια γυναίκα υπερήφανη για το ράφι της. Αλλά που ξέρει πως μια μέρα θα πάρει έναν κασμά και θα το κάνει χίλια κομμάτια.
Σισύφεια γεροντοκόρη? Παράλογη κουκίδα σε ένα ασυνάρτητο σύμπαν?
Είμαι μια HITORITANA.

Δεν είμαι εγώ η hitoritana που περήφανα επιδεικνύει το ράφι της στην φώτο. Αλλά έτσι δείχνω κι εγώ το δικό μου!