Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Το περπάτημα της Βιργινίας


Με πλησίασε κάπως ντροπαλά, άγαρμπα. Φοβισμένη, μαζεμένη, κρυμμένη πίσω από το ριγέ ταγεράκι της. Είμαι η Βιργινία.

Περπάταγε δίπλα μου άτσαλα, κάτι σαν να θελε να μείνει πίσω κάτι σαν να θελε να πάει πιο γρήγορα. Πέρα δώθε, τραμπαλιζόταν στην Ηφαίστου σαν μοναχική μαούνα ξεχασμένη στο αγιάζι του Σαρωνικού.

Καθήσαμε σε μια ιρλανδική πάμπ, "ουδέτερο μέρος", μην καταλάβει κανείς την κρυφή ταυτότητά μας, το αιώνιο μυστικό.

Μετά τη δεύτερη μπύρα βρήκα το θάρρος να αγγίξω το ευαίσθητο ζήτημα. "Βιργινία μου γιατί δεν θες να το δεχτείς, είμαστε γεροντοκόρες." Κοκκίνισε, έσκυψε "πιο σιγά σε παρακαλώ, θα μας ακούσουνε." "Μα γιατί; Πρέπει να δεχτείς αυτό που είσαι!". "Ποτέ! Δεν είμαι. Το νιώθω σαν κατάρα. Τι δεν θα δινα να ήμουν κάποια άλλη". Σφουγγίζοντας το μπυροπότηρο σκεφτόμουν ότι έχω να κάνω με πολύ δύσκολη περίπτωση, με βουνό ολόκληρο γεμάτο με άρνηση. Αλλά κάτι με ιντρίγκαρε, ίσως ο τρόπος που περπατούσε. Αυτό το ατελείωτο ζιγκ ζαγκ, αυτή η μεθυσμένη ζάλη ανασφάλειας.

Φεύγοντας περπατούσε δίπλα μου αμήχανα. Καποια στιγμή από ένα ταβερνείο ακούστηκε η φωνή της Τζένης Βάνου. Μην μου πεις τίποτα/Το πικρό το ποτήρι μου/Μοναχή μου το πίνω/Μην μου πεις τίποτα/Μην σε νοιάζει αν πόνεσα/Μην ρωτας τι θα γίνω/Λαλαλαλαλαλαλα. Την κοίταξα. Ήθελα να της φωνάξω "σύνελθε μωρή, όλες τα έχουμε περάσει, αλλά πάνω από όλα η αλήθεια, πάνω απ'όλα η αλήθεια. Κι όσο πικρή κι αν είναι η αλήθεια, στο τέλος αφήνει αυτό το γλυκό λαλαλαλαλαλα". Λέω άσε, νωρίς είναι, θα τρομάξει.  Ας ακούσω τη συμβουλή της Βάνου.

Όταν αποχωριστήκαμε έφυγε κάπως απότομα. Έμεινα πίσω να κάνω ένα τσιγάρο. Νόμιζα πως από τον τρόπο που έφυγε μάλλον δεν ήθελε να τα ξαναπούμε. Αλλά δεν μπορούσα να ξεχάσω το περπάτημά της, αυτό το παραστράτημα μιας Κυρίας.


Σαν σήμερα, τρία χρόνια μετά η Βιργινία έχει γίνει πια Βιρτζίνια, Τζίνα, Τζινάκι, Τζινάρα. Είμαστε κολλητές κι όταν μας την βαρέσει γυρνοβολάμε μεθυσμένες από μπαρ σε κλαμπ και κυκλοφορούμε με ένα ποτό και ένα υπερήφανο βλέμμα απείθειας και ανυποταξίας χορεύοντας μόνες, αφηνιασμένες, περιτριγυρισμένες από ημίγυμνα ιδρωμένα αρσενικά, αδάμαστες γεροντοκόρες.

Ένα τέτοιο βράδυ τις προάλλες, ενώ ξεσάλωνα μανιασμένα, στουπί από τα ξύδια, πήρε το μάτι μου δίπλα την Τζινάρα να αποκρούει άλλον έναν επίδοξο καβαλιέρο/γαμβρό. Την κοίταξα, χαμογέλασα και σκέφτηκα πόσο την αγαπώ. Αλλά δεν της είπα τίποτα, ήμουν πολύ μεθυσμένη. Μόνο αναπόλησα την Βάνου.

Τώρα πια ξέρω γιατί είναι η κολλητή μου. Γιατί είναι σαν το περπάτημά της. Ιδιαίτερη, σε απόκλιση από αυτό τον τόσο πληκτικά ισορροπημένο κόσμο. Γι αυτό και χάνει το βηματισμό της όταν περπατάει.